«Εναν βαθμό για κάθε ζουζούνι που βρίσκετε, δύο για κάθε αράχνη και πέντε αν τα αφήσετε να σκαρφαλώσουν πάνω σας». Αυτό λέω στα πιτσιρίκια κάθε που ξαπλώνομαι στις πρασινάδες και τα καλώ να κάνουν το ίδιο. Είναι αστείο το πόσο γρήγορα αλλάζουν διάθεση κι από ‘κεί που ήταν μες στην κατήφεια και στην γκρίνια ότι «δεν έχει τίποτε να κάνουμε εδωπέρα, γιατί δεν πάμε στα Αηδονάκια;» αρχίζουν την αριθμητική: «Εχω 27 βαθμούς! Εσύ;».
Χθες έδωσα στη Ρ. δέκα ολόκληρους βαθμούς επειδή άφησε μια ψαλίδα να κάνει τη διαδρομή από τον ώμο ως τα δάχτυλά της.
Για καλή μου τύχη, κανένα τους ως τώρα δεν με έχει ρωτήσει ποιος είναι ο σκοπός αυτής της βαθμολόγησης.
Το καλύτερο βεβαίως θα ήταν να μην είχαν περάσει τόσα χρόνια ώσπου να τακτοποιήσω τα πράγματα που μου άφησε η γιαγιά μου, τουλάχιστον όμως, όταν με το καλό εφευρεθεί η μηχανή του χρόνου, θα έχω αρκετά χρήματα για ένα ωραιότατο ταξίδι στην προ νομισματικής ενοποίησης Ελλάδα.
«Ας ερχόσουν για λίγο». Η Αρλέτα στο παλιό των Τραϊφόρου – Σουγιούλ, που άρεσε και στη γιαγιά.
Οι πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις έρχονται τη στιγμή που φεύγω. Την ώρα που συνειδητοποιώ ότι ήδη έπρεπε να βρίσκομαι αλλού, τότε προκύπτει το θέμα, η κουβέντα.
Υπάρχει όμως κι ένα κόλπο που κάνω πότε πότε: Οταν μια συνάντηση βαλτώνει, τα χείλη έχουν σφαλίσει, δεν βγαίνει λέξη και τα βλέμματα αμήχανα ψάχνουν κάπου τριγύρω να πιαστούν, λέω κάτι του στυλ «πέρασε η ώρα, πρέπει να φύγω» και αναζητώ με τα μάτια μου την έξοδο. Τότε ακριβώς ένας από τους δύο θα θυμηθεί κάτι που ξέχασε να πει και θα αρχίσει κουβέντα. Επτά φορές στις δέκα δουλεύει.
Ούτε ξέρω πόσες σπουδαίες συζητήσεις έχω κάνει με το πόμολο στο χέρι, στεκόμενη ανάμεσα στα φύλλα της πόρτας του ασανσέρ για να μην κλείσει ή κρατώντας κάτι που έπρεπε να μεταφερθεί, όπως τα ψώνια ή ένα άδειο ποτήρι. Μόνο ετούτο χρειάζεται: κάτι να κρατάω, κάτι να εμποδίζω να κλείσει και μια δικαιολογία για να εγκαταλείψω σε περίπτωση που η κατάσταση αρχίζει να γίνεται περίεργη: «Τι είπες; Δεν άκουσα… Ντύνεσαι γάτα κάθε Παρασκευή βράδυ και πηδάς στην αυλή της πρεσβείας της Νότιας Αφρικής; Καλύτερα να πάω να ξαναγεμίσω το ποτήρι μου».
Τα λέμε.
Τρεις οδηγοί έξυναν τη μύτη τους καθώς με προσπερνούσαν, ο ένας μετά τον άλλον, στο φανάρι του Βασιλόπουλου νωρίτερα απόψε. Δεν νομίζω ότι σημαίνει κάτι, αλλά και πάλι δεν μπορώ να είμαι σίγουρη.