Ο António Jorge Gonçalves διαλέγει τα μοντέλα του μεταξύ δύο στάσεων. Δεν είναι επαγγελματίες, αλλά απλοί επιβάτες του μετρό σε δέκα πόλεις του κόσμου (μεταξύ τους και η Αθήνα). Ποζάρουν, λιγότερο ή περισσότερο πρόθυμα, στον Gonçalves και εκείνος με τη σειρά του τους υπόσχεται να τους κάνει εφαρμογή flash, βιβλίο, καρτ-ποστάλ, έκθεση κτλ. κτλ.
Δεν ξέρω αν ο Πορτογάλος θησαύρισε απ’ το project του, τα σκίτσα του πάντως δεν μου άρεσαν καθόλου. Και όχι επειδή δεν κολακεύουν τους Αθηναίους, όπως έσπευσε να παρατηρήσει ο Αν., που δεν έχει πατήσει το πόδι του στο αττικό μετρό.
Καμιά φορά ο έπαινος σε κάνει να αμφιβάλλεις αν υπάρχει λόγος να πεις κάτι. Αρκεί να χρησιμοποιήσεις τις σωστές λέξεις.
Oταν έχω ένα δόντι που κουνιέται, μια φλεγμονή ή οτιδήποτε προκαλεί πόνο οπουδήποτε στο σώμα μου δεν μπορώ να μην το πασπατεύω, να μη δοκιμάζω πόσο πόνο μπορεί να μου προκαλέσει και ύστερα από πόση πίεση θα πω: «Δεν αντέχω άλλο!». Υπάρχουν κάνα δυο blogs που με βγάζουν απ’ τα ρούχα μου, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ στο να τα επισκέπτομαι, μόνο και μόνο για να διαπιστώσω αν και κατά πόσο θα με ενοχλήσουν και σήμερα.
Και όλα αυτά επειδή είμαι ένας μικρός άνθρωπος.
The timeline by InsertMonkey
The handwritten digital clock by Yugo Nakamura
Ρολόι σε DHTML στο bodytag
Γράφοντας αυτή τη σειρά ξοδεύω σχεδόν ίδιο χρόνο με εσένα που τη διαβάζεις.
Αν ήταν στο χέρι μου, αν μπορούσα να διαλέξω, θα ‘θελα να είχα φτερά αντί για χέρια.
Πόσο μακριά θα μ’ άφηνες να πετάξω;
Κονσταντέν Μπρανκούζι, «Το φιλί», 1912
Βιαστική και αφηρημένη, όπως πάντα, ξέχασα, ποιος ξέρει πού, προσφιλή μου πράγματα.
Ενα κινητό κι ένα φιλί.
Το κινητό μού έδειχνε μήνυμα, αλλά δεν είχα προλάβει να το διαβάσω – έτσι κι αλλιώς δεν περιμένω πλέον τη λύτρωση μέσω μηνύματος.
Το φιλί ήταν ενθύμιο. Το ‘χα στείλει μία φορά – βιαστική και αφηρημένη πάντα – σε λάθος διεύθυνση. Περιπλανήθηκε για λίγο αλλά επέστρεψε.
Μάλλον θα πρέπει στο εξής να γίνω πιο προσεκτική. Να μαζέψω ό,τι δεν ξέχασα εδώ κι εκεί και να κατασκευάσω μια σχεδία που θα με οδηγήσει στην ακτή.

Oταν με χτυπά κακοκεφιά, δεν υπάρχει άνθρωπος ή ιδέα που θα καταφέρει να με σώσει. Ακόμη και οι ταινίες που θα παρακολουθήσω, η μουσική που θα παίξω στο cd μοιάζουν με άνευρες εκτελέσεις ανέμπνευστων δημιουργών. Tο κολύμπι όμως…
Δεν ξέρω αν είναι η ησυχία κάτω από το νερό, οι σκέψεις που γίνονται σαν μεγαλόπρεπη σταγόνα για να σπάσουν την επόμενη στιγμή σε δροσερές σταλαγματιές ή η χαρά που σου χαρίζει η απώλεια βάρους. Ανάσα με την ανάσα, κάθε απλωτή μοιάζει με ένα βήμα πιο κοντά στην ελευθερία ή (αν δεν γίνομαι υπερβολικά γλαφυρή) την αθωότητα που είχαμε και χάσαμε μεγαλώνοντας. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στο νερό ακόμη και οι γιαγιάδες πλατσουρίζουν σαν ξεσαλωμένα πιτσιρίκια.
Χόκους πόκους.
Το καλό με τα e-mail είναι ότι δεν κινδυνεύω να κόψω τη γλώσσα μου ενώ γεύομαι την κόλλα τους.
Ξέρω πώς άρχισε.
Ενα καλοκαίρι στην Πενταγιού έπρεπε για κάποιο λόγο να πάω στο σπίτι της προγιαγιάς μου της Λίνας. Το σπίτι της ήταν σχεδόν δίπλα στο δικό μας, αλλά για μένα αυτά τα λίγα μέτρα έγιναν μια πορεία τρόμου. Η ανίσχυρη γεννήτρια του χωριού μόλις που έδινε λίγο φως και παντού έβλεπα κινδύνους: φίδια, σκορπιούς, φαντάσματα. Ημουν 5 ετών.
Από τότε φοβάμαι το σκοτάδι, αλλά δεν το βάζω κάτω. Ελπίζω μια μέρα να ξεπεράσω τον φόβο μου.
Προς το παρόν αρκούμαι να ζω μαζί του.
Και παίζω The Asylum – Psychiatric Clinic for Abused Cuddly Toys.