O Γιάννης Δ. έμενε σ’ ένα παλιό διώροφο στην πλατεία του Αγίου Νικολάου, ακριβώς απέναντι από το σπίτι της κυρίας Σπυριδούλας που νοικιάζαμε εκείνον τον καιρό. Ηταν έμπορος και το μαγαζί του -είδη προικός- το ‘χε στο ισόγειο. Στον πρώτο όροφο ήταν το σπίτι, όπου έμενε με τη γυναίκα του, την κυρα-Koύλα.
Ενα φθινόπωρο έπεσε άρρωστος ο κύριος Γιάννης και η κατάστασή του παρουσίαζε μέρα με τη μέρα ραγδαία επιδείνωση. Ο γιατρός απεφάνθη «μυστήριο, πρώτη φορά στην πολυετή μου σταδιοδρομία» κτλ., σηκώνοντας τα χέρια. «Η επιστήμη έκανε ό,τι μπορούσε, από ‘δώ και πέρα ο Θεός». Τη ζοφερή πρόβλεψη υιοθέτησαν άλλοι δύο συνάδελφοί του.
Η κυρα-Koύλα, αν και θρήσκα, προτού προστρέξει στον Θεό, απευθύνθηκε στη γειτόνισσα τη Βαγιούλα. Παλιά Αρτινή, εθεωρείτο αυθεντία στον καφέ και στο ξεμάτιασμα, και η γειτονιά, στις κρίσιμες στιγμές, ζητούσε πάντα τη βοήθειά της. Ετσι έκανε και η κυρα-Κούλα, αλλά τα αποτελέσματα της ιδιότυπης θεραπείας που διατάχθηκε σίγουρα δεν ήταν εντυπωσιακά.
Για την ακρίβεια, ο κύριος Γιάννης πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και η κυρα-Κούλα άρχισε να ετοιμάζεται για το χειρότερο: υπολόγιζε τα λεφτά για τα έξοδα της κηδείας, έψαχνε το καλό κουστούμι του μελλοντικού μακαρίτη μην το ‘χει φάει ο σκόρος, κοίταζε τις γραβάτες ποια απ’ τις δυο του πάει καλύτερα. Τα ‘χε τακτοποιήσει όλα, εκτός απ’ τα παπούτσια.
Οχι ότι δεν είχε καλά παπούτσια ο κύριος Γιάννης, όμως οι σόλες είχαν φαγωθεί. Και, μακάβριο αλλά αληθινό, το πιο ορατό σημείο των παπουτσιών ενός πεθαμένου είναι οι σόλες. Δεν της φαινόταν σωστό της κυρα-Κούλας ούτε να αγοράσει καινούργια ούτε να τα πάει στον τσαγκάρη για σόλες. Τα σχόλια… Επιασε λοιπόν και τις έτριψε καλά καλά με γυαλόχαρτο. Υστερα πήρε βερνίκι και τις έβαψε, έβαλε σε ένα μπαμπακάκι λάδι και τις πέρασε δυο και τρεις φορές να γυαλίζουν. Οταν τα έκανε όλα αυτά σαν να της έφυγε ένα βάρος. Ησυχη πια κάθησε και περίμενε να πεθάνει ο κύριος Γιάννης.
Ομως ο Γιάννης Δ. είχε αντίθετη γνώμη. Θες έπιασαν τα γιατροσόφια της Βαγιούλας, θες η αρρώστια έκανε τον κύκλο της, πάντως η υγεία του άρχισε να παρουσιάζει σαφή βελτίωση. Καθόταν τώρα ανασηκωμένος στο κρεβάτι του, έτρωγε με όρεξη και γκρίνιαζε στην κυρα-Κούλα. Εκείνη, πάλι, δάκρυζε, δεν μπορούσε να κρύψει τόση ευτυχία. Και φοβόταν, διότι η πολλή ευτυχία είναι στην Αρτα σχεδόν αμαρτία.
Τέλος πάντων, πέρασαν μήνες ώσπου να αναρρώσει πλήρως ο κύριος Γιάννης και, αφού πλησίαζε το Πάσχα, αποφάσισε η πρώτη έξοδός του να συμπέσει με την περιφορά του Επιταφίου, πιθανόν για να ευχαριστήσει τον Κύριο που δεν τον ενέπλεξε για τον πρωταγωνιστικό ρόλου αναλόγου πομπής.
Ηρθε λοιπόν η Μεγάλη Εβδομάδα και από τη Μεγάλη Παρασκευή το απόγευμα άρχισε την προετοιμασία ο κύριος Γιάννης. Και όταν ήρθε η ώρα έβγαλε από το ντουλάπι το καλό κουστούμι, ντύθηκε, φόρεσε τα μαύρα παπούτσια και ξεκίνησαν οι δυο τους για τη Βασιλέως Πύρρου, εκεί μπροστά στη λαϊκή, όπου βγαίνει ο επιτάφιος του Αγίου Νικολάου για να συναντήσει τους Επιταφίους όλης της πόλης.
Να ξεκαθαρίσω κάτι: Ο Γιάννης Δ., έμπορος στο επάγγελμα, δεν ήταν ποτέ του βιαστικός άνθρωπος. Ούτε η πολύμηνη παραμονή του στο σπίτι τού δημιούργησε κάποιου είδους παρόρμηση να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα έξω. Ούτε, τέλος, υπάρχει η παραμικρή υποψία πως είχε απωθημένα για καταπληκτικά αθλητικά επιτεύγματα. Οχι. Το ότι βρέθηκε σε χρόνο τριών δευτερολέπτων περίπου από το κεφαλόσκαλο του πρώτου ορόφου στην πόρτα της εισόδου πρέπει να αποδοθεί αποκλειστικά στη φιλόπονη ενασχόληση της κυρα-Κούλας με τις σόλες των παπουτσιών του. Πάντως, απεδείχθη εξαιρετικά γερής κατασκευής, αφού γλίτωσε μόνο μ’ ένα κάταγμα του ποδιού, που του στοίχισε λίγη ακόμη παραμονή στο κρεβάτι. Χρόνο τον οποίο κατανάλωσε, κυρίως, στην ανάλυση του συμβάντος και στην προσπάθεια ερμηνείας των αιτιών που το προκάλεσαν.
Μόνο αυτός, γιατί η κυρα-Kούλα με επιμέλεια απέφυγε να πάρει θέση.
Eμαθα, επίσης, την ώρα που το μηχανάκι και τα πιτσιρίκια γύριζαν εναλλάξ τον οβελία, ότι ο επί «15-χρόνια-στην-κορυφή» ραδιοφωνικός σταθμός της Αρτας λέγεται Art FM…