Ετοιμος ο Μάρτης για να φορεθεί. Από αύριο όμως.
«Κάτσε να σου πω πώς τον φτιάχνω τον Μάρτη, να το πεις στην Κλα.» είπε αυτοβούλως η Κλαίρ. κι εγώ τέντωσα τ’ αφτιά μου:
«Παίρνεις κλωστές κεντήματος -μουλινέδες-, μία κόκκινη και μία άσπρη. Κάνεις από έναν κόμπο στη μία άκρη της καθεμιάς, τη στερεώνεις κάπου με μια καρφίτσα -εμένα με βολεύει να τη δαγκώνω αλλά, εντάξει, δεν είναι θέαμα- και βάζοντάς την ανάμεσα στις παλάμες σου τη στρίβεις όσο γίνεται περισσότερο. Οταν στριφτεί καλά την κομπιάζεις και απ’ την άλλη άκρη της. Επαναλαμβάνεις με τη δεύτερη κλωστή. Οταν είναι έτοιμες oι στριμμένες τις πιάνεις μαζί -κόκκινη και άσπρη- και τις τεντώνεις. Σε μια στιγμή, τις αφήνεις απ’ τη μια άκρη και κοίτα να δεις πώς μπλέκονται υπέροχα!..».
Μόλις τελείωσε την περιγραφή, της ζήτησα να φτιάξει έναν παραπανίσιο για χάρισμα. Δεν έφερε αντίρρηση.
Οταν βλέπω τη μάνα μου να καταπιάνεται, μεταξύ άλλων, με ό,τι παλαιότερα ήταν στα «καθήκοντα» της δικής της μάνας, της γιαγιάς μου, μερικές φορές στενοχωριέμαι.
Οσον αφορά τη θέση των αντικειμένων, ουδέν μονιμότερον του προσωρινού.
Εξεπιτούτου: Trashlog, Found Magazine
Δύο ζαργάνες, ξαπλωμένες ανάσκελα πάνω σ’ ένα βουναλάκι από μαλακή και χλιαρή άμμο, στον βυθό, με μισό φύκι στο στόμα και το βλέμμα ψηλά, φλυαρούσαν.
- Εμένα μ’ αρέσει το πλανγκτόν όταν είναι ακόμη πράσινο, γιατί πάει να πει ότι είναι φρεσκότατο και θα το χωνέψω τσακ μπαμ.
- Εμένα πάλι, είπε η ζαργάνα η Μαριάννα, μ’ αρέσει να χάνομαι στους κυματισμούς των νερών εκεί ψηλά κάθε που περνάνε οι τράτες.
- Πόσο διαφορετικοί είμαστε! αναστέναξε ο Χρύσανθος. Εγώ βρίσκομαι στο μέλλον κι εσύ στο παρελθόν. Και θέλεις να ζήσουμε μαζί;
- Γιατί όχι; είπε η Μαριάννα. Τι σημασία έχει;
- Αδιανόητο, είπε ο Χρύσανθος.
Επιμύθιο: Μην παραγγείλετε ΠΟΤΕ ζαργάνες στο Βαρούλκο. Προτιμήστε το στιφάδο της μαμάς.
Η 20ή Φεβρουαρίου* είναι η ημέρα που οι μύγες περιμένουν πιο πολύ απ’ όλες. Kάθε χρόνο, όλον τον χρόνο, ετοιμάζονται γι’ αυτή την ημέρα. Με συνεχείς πρόβες τελειοποιούν το πέταγμά τους, τρίβουν τα φτερά τους, καθαρίζουν το στόμα τους και γυαλίζουν τα παπούτσια τους.
Για να εντυπωσιάσουν όμως ποιον; Μυστήριο.
* H 2oή Φεβρουαρίου εφέτος έπεσε Κυριακή.
Για κάποιο λόγο υποψιάζομαι ότι ξέρω υπερβολικά πολλά για πράγματα που είναι ηλίθιο να ξέρει κανείς πολλά. Ξέρω πράγματι πάρα πολλά. Να τα πράγματα για τα οποία ξέρω πολλά: Κινηματογραφικές ταινίες. Λογοτεχνία. ΜΜΕ. Πολιτική. Διασημότητες. Τέχνη. Διαφήμιση. Η κοινωνία της πληροφορίας. Υπολογιστές. Ιστορία. Γλώσσα. Μουσική. Η Σαχάρα. Και όταν λέω πολλά, εννοώ πολλά.
Ξέρω ονόματα, ημερομηνίες. Εκατοντάδες. Ξέρω ποιος ανέβηκε πρώτος στο Εβερεστ. Ξέρω ποιος σκηνοθετεί τις πιο σαχλές αμερικανικές κωμωδίες και σαπουνόπερες. Ξέρω για μια έρευνα που έδειξε ότι το 1957, έναν χρόνο αφότου η Μπριζίτ Μπαρντό πρωταγωνίστησε στην ταινία «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα», το 47% όλων των συζητήσεων στη Γαλλία περιστρέφονταν γύρω από την Μπε Μπε. Ξέρω τι έλεγε ο Αριστοτέλης. Ξέρω τι πίστευαν οι άλλοι φιλόσοφοι για τον Αριστοτέλη. Ξέρω ότι ο χρόνος περνάει λίγο πιο αργά στον Ηλιο. Ξέρω πόση ώρα χρειάστηκαν ο Christo και η Jeanne Claude για να τυλίξουν το Reichstag στο Βερολίνο. Ξέρω με ποιον βγαίνει η Πάρις Χίλτον. Ξέρω ότι το 70% της κοινής γνώμης της Βρετανίας διαφωνεί με τον γάμο Καρόλου – Καμίλα. Ξέρω πάρα πολλά.
Δεν είμαι η μόνη που ξέρει αυτά τα πράγματα. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που ξέρουν πολύ περισσότερα από μένα. Ευτυχώς δεν είναι αυτό το πρόβλημά μου. Τι να το κάνω; Με μπερδεύει.
Θα μπορούσα φυσικά να εμφανιστώ σε ένα παιχνίδι και να κερδίσω ένα ταξίδι στο Παρίσι. Για δύο. Αλλά θα ήμουν αναγκασμένη να πάω μόνη μου. Και τι θα έκανα στο Παρίσι;Δεν έχω κανέναν λόγο να πιστεύω ότι θα ένιωθα καλύτερα εκεί.
Δεν είμαι τόσο χαζή ώστε να μη βλέπω τη χρησιμότητα μιας συγκεκριμένης γνώσης. Αλλά δεν αισθάνομαι σίγουρη για το τι είναι σημαντικό και τι όχι.
Δεν έπρεπε να έχω μάθει ποτέ να διαβάζω.
Οι γονείς της Χριστίνας μού είπαν ότι πήγαινε σε ένα είδος λέσχης για παιδιά όταν ήταν μικρή. Δεν ξέρω ακριβώς τι ήταν. Μάλλον επρόκειτο για μέρος όπου παιδιά έπαιζαν και τραγουδούσαν ή κάτι τέτοιο. Εκείνη νόμιζε ότι η λέσχη λεγόταν «Το «ζουζούνισμα» των παιδιών» και ήταν περήφανη που ανήκε σε αυτή. Νόμιζε ότι ήταν σπουδαίο όνομα. Οταν έμαθε να διαβάζει συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος και το όνομα ήταν απλώς «Το σπίτι των παιδιών». Απογοητεύτηκε τρομερά.
Λεπτομέρειες εδώ και εδώ.
Πίτερ Μπρύγκελ ο πρεσβύτερος, «H πάλη ανάμεσα στο Καρναβάλι και στη Σαρακοστή», 1559 Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης, Βιέννη (118Χ164,5 εκ., λάδι σε ξύλο)
«Oh it’s opening time / Down on Fascination Street / So let’s cut the conversation / And get out for a bit / Because I feel it all fading and paling / And I’m begging / To drag you down with me / To kick the last nail in / Yeah! I like you in that / Like I like you to scream / But if you open your mouth / Then I can’t be responsible / For quite what goes in / Or to care what comes out / So just pull on your hair / Just pull on your pout/ And let’s move to the beat / Like we know that it’s over/ If you slip going under/ Slip over my shoulder/ So just pull on your face / Just pull on your feet / And let’s hit opening time / Down on Fascination Street / So pull on your hair / Pull on your pout / Cut the conversation / Just open your mouth / Pull on your face / Pull on your feet / And let’s hit opening time / Down on Fascination Street».
Διακόσιες τόσες τσάντες αναποδογυρισμένες στην οθόνη μου. Κι εγώ εκεί να τις κοιτάζω ή μήπως να τις ψαχουλεύω; Είναι φοβερά παιδιάστικο αλλά μου δίνει μεγάλη ευχαρίστηση. Κολλάω στο What’s in your bag? γκρουπ του Flickr σχεδόν όπως κόλλησα πάνω σου αυτόν τον καιρό. Πηγαίνω από τσάντα σε τσάντα και κάθε τόσο κοιτάζω γύρω μου με την ελπίδα ότι κανένας δεν καταλαβαίνει τι κάνω. Εκείνη η αίσθηση του «ανοίγω κρυφά την απαγορευμένη τσάντα της μαμάς» αρνείται, 25 χρόνια μετά, να με εγκαταλείψει.
Μια στιγμή αρκεί. Δεν χρειάζεται περισσότερη σκέψη. Αναποδογυρίζω τη μαύρη Bree, τακτοποιώ λίγο τον σωρό… et voila!
Αναρωτιέμαι αν θα μου επέτρεπες ποτέ να ψαχουλέψω τα συρτάρια σου. Ή έστω να ανακατέψω εκείνο τον σωρό με τα προγράμματα της τηλεόρασης. Μμμμμ. It’s no good.
Η θετική πλευρά είναι ότι η Εβ. ξέρει πώς μπορεί να δημιουργήσει κανείς κενό. Το ‘χει κάνει μερικές φορές. Κάποιες βροχερές μέρες.
Πρέπει να πάρεις ένα γυάλινο βάζο, να του βάλεις νερό ως τη μέση, να το τοποθετήσεις στον φούρνο μικροκυμάτων, χωρίς το καπάκι, και να το αφήσεις εκεί ώσπου να βράσει το νερό. Υστερα θα πρέπει να το βγάλεις και να κλείσεις το καπάκι. Τότε θα συμβεί κάτι με την πίεση μέσα στο βάζο και θα έχεις αποκτήσει κενό. Δεν είναι δα και τίποτε σπουδαίο.
Ανοιξα το ψυγείο και βρήκα ένα βάζο με μαρμελάδα βατόμουρο (ημερομηνία λήξης 21.2.2005). Αδειασα τη μαρμελάδα στην τουαλέτα και έπλυνα το βάζο με σαπούνι και καυτό νερό. Υστερα το γέμισα νερό ως τη μέση και το τοποθέτησα στον φούρνο μικροκυμάτων. Τον ρύθμισα στην υψηλή ισχύ και άφησα το βάζο να βράσει ώσπου να κοχλάσει. Το έβγαλα και το άφησα μερικά δευτερόλεπτα, ώσπου να φύγει όλος ο ατμός. Μετά έβαλα το καπάκι.
Δημιούργησα κενό.
Κατά κάποιον τρόπο είναι ένα είδος αποκλιμάκωσης. Δεν υπάρχει τίποτε να δει κανείς. Ξέρω όμως πως ό,τι είναι μέσα στο βάζο και δεν είναι νερό αποτελεί κενό.
Κατά αρκετά περίεργο τρόπο πρόκειται για μια σκέψη που μου δίνει ικανοποίηση.