Cheap art
Σε συνέχεια της κουβέντας στο Au Revoir, ιδού ο δικός μου «ορισμός» για την τέχνη :p
Tούτο το post περίσσεψε από Προχθές* το βράδυ.
Σχόλια κλειστά
Σε συνέχεια της κουβέντας στο Au Revoir, ιδού ο δικός μου «ορισμός» για την τέχνη :p
Tούτο το post περίσσεψε από Προχθές* το βράδυ.
Σχόλια κλειστά
Βλέπω συχνά δύο όνειρα. Το ένα είναι ότι τάχα μου φτάνω στο γραφείο, βγαίνω από το ασανσέρ του ορόφου και συνειδητοποιώ πως έχω ξεχάσει να ντυθώ. Ούτε ίχνος υφάσματος πάνω μου. Ξυπνάω πάντα κάθιδρη.
Στο δεύτερο όνειρo είναι πάντα νύχτα και εγώ τρέχω. Τρέχω, όχι επειδή με κυνηγάει κανείς, αλλά για να προλάβω να φθάσω κάπου. (Λέω «κάπου» γιατί δεν μ’ έχω δει και ποτέ να φθάνω.) Ξυπνάω λουσμένη στον ιδρώτα.
Χθες βράδυ συνδύασα τα όνειρα: ενώ δηλαδή έτρεχα νύχτα (ως δρομέας είμαι πάντα ντυμένη), βρέθηκα μέρα στο γραφείο, βγήκα από το ασανσέρ στον 3ο και ξαφνικά ήμουν εντελώς γυμνή.
«Αυτό θα πει ατυχία» σκέφτηκα μόλις άνοιξα τα μάτια μου, και άρχισα να γελάω. Ημουν δε πανευτυχής.
Ισως τελικά η ευτυχία να μην είναι παρά ο σωστός συνδυασμός ατυχιών.
Η ασπρόμαυρη φωτογραφία αφορά έναν ναό. Χρειάζεται όμως να επιστρατεύσει κανείς όλη του την παρατηρητικότητα για να καταλάβει ότι πρόκειται στ’ αλήθεια για έναν επίγειο οίκο του Θεού. Κάτι ένας σταυρός στη γωνίτσα αριστερά, κάτι οι σωληνώσεις από το τεράστιο εκκλησιαστικό όργανο, υποβάλλουν τελικά την ιδέα ότι πρόκειται για τόπο λατρείας. Από την άλλη βεβαίως ο τεράστιος σκελετός από χάλυβα σαν να θέλει να αναιρέσει όλα τα προηγούμενα. Λες και υπήρξε την τελευταία στιγμή μια… αντίχριστη παρέμβαση. Μια προσπάθεια να εξουδετερωθεί το άρωμα εκκλησίας που αναδίδουν ο σταυρός και η μουσική από το όργανο.
Ενας μεταλλικός κλωβός Φαραντέι σκεπασμένος με γυαλί, φτιαγμένος από έναν διαβολικό αρχιτέκτονα, για να βραχυκυκλώνει, λες, τις δεήσεις των πιστών, είναι ο ναός των Ευαγγελικών, πιο γνωστός ως Crystal Cathedral στο Garden Grove της Καλιφόρνιας. Φτιάχτηκε (το 1978-1980) από τον Φίλιπ Τζόνσον, που είχε δηλώσει το 1973 σε μια συνέντευξή του: «Θα δούλευα ακόμη και με τον ίδιο τον Διάβολο αν χρειαζόταν». (Μ’ αυτά και μ’ άλλα από χρόνια αναρωτιέμαι μήπως οι αρχιτέκτονες τα κάνουν πλακάκια με κάθε είδους σκοτεινές δυνάμεις και κατεβάζουν έτσι από τον ξάστερο ουρανό κάτι ιδέες για κτίρια ικανές να βασανίζουν χιλιάδες ανθρώπους επί δεκαετίες.)
Ο Φίλιπ Τζόνσον βεβαίως, που εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο στις 26 τρέχοντος, πλήρης ημερών, ήταν περίπτωση μεγαλοαρχιτέκτονα. Γόνος πλούσιας οικογένειας, γεννημένος το 1906, ασχολήθηκε με την αρχιτεκτονική, αλλά στη δεκαετία του 1930, την εποχή της μεγάλης αμερικανικής οικονομικής κρίσης, προσπάθησε να ιδρύσει κόμμα που θα ξανάδινε στους Αμερικανούς τη χαμένη εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Κατέληξε να ‘χει καμιά εκατοστή οπαδούς στρατολογημένους από την Κου-Κλουξ-Κλαν και τον γερμανικό σύνδεσμο. Τα παράτησε και πήγε περιοδεία στην Πολωνία και στη Γερμανία. Εκεί σιχάθηκε τους Πολωνούς για τη φτώχεια τους και συμπάθησε τον Χίτλερ για τη… λεβεντιά του. Το 1940 ξανάπιασε τις σπουδές του στην αρχιτεκτονική πηγαίνοντας στο Χάρβαρντ όπου άφησε εποχή για τον κυνισμό του. Ως διπλωματική εργασία παρουσίασε το σπίτι που έφτιαξε ο ίδιος για να μείνει μαζί με τον μάγειρά του. Τελειώνοντας και μην έχοντας τι να κάνει, έχτισε άλλο ένα σπίτι για τον εαυτό του, το Glass House, αποθέωση του μινιμαλισμού, χωρίς έστω και έναν εσωτερικό τοίχο, μόνο με έναν κύλινδρο από τούβλα μέσα, που απ’ έξω ήταν τζάκι και στο εσωτερικό του μπάνιο. Οι εξωτερικοί «τοίχοι» ήταν όλοι από γυαλί.
Η συνέχεια δεν ήταν και τόσο μοναχική για τον Τζόνσον αφού ανακατεύτηκε με την καλή κοινωνία της Νέας Υόρκης, κίνηση μάλλον απαραίτητη σε οποιοδήποτε μέρος της Γης για κάθε αρχιτέκτονα που ονειρεύεται big business. Το 1978 έγινε εξώφυλλο στο TIME κρατώντας στα χέρια του τη μακέτα από τον Πύργο της ΑΤ&T, τον πρώτο μεταμοντέρνο ουρανοξύστη. Οι συμπατριώτες του τον ανέφεραν και πριν από τον θάνατό του, πολλώ δε τώρα, ως έναν από τους μεγαλύτερους αρχιτέκτονες του κόσμου. Σίγουρα ήταν ένας από τους πιο πανούργους και καταφερτζήδες. Το 1980, σε μια τελετή μέσα στον Crystal Cathedral εμφανίστηκε στη γιγαντοοθόνη του ναού και μίλησε για την κατασκευή του οικοδομήματος. Με υγρά μάτια διαβεβαίωσε τους… χάνους που τον άκουγαν: «Δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο αν δεν είχα βοήθεια. Ολοι σας καταλαβαίνετε από πού ήρθε αυτή η βοήθεια…». Ας είναι ελαφρύ κτλ.
* Ο τίτλος δανεικός από το άρθρο του Paul Goldberger στους «New York Times» (27.01.2005), διά μέσου του οποίου πληροφορήθηκα την αναχώρηση αποδήμηση.
Η μνήμη, λένε, πως με τα χρόνια διαμορφώνεται. Πλάθεται. Δεν είναι απλώς επιλεκτική, είναι και υποκειμενική. Οχι μόνο θυμόμαστε αυτό που για κάποιο λόγο επιλέγουμε να διαφυλάξουμε, αλλά και υποσυνείδητα τo διαστρεβλώνουμε. Πιστεύουμε, για παράδειγμα, ότι ήμασταν ευτυχισμένοι σε μια περίοδο όπου στην πραγματικότητα δυστυχούσαμε. Ή ότι κάποιος μας φερόταν με αγάπη και σεβασμό ενώ ήταν η αιτία που βασανιζόμασταν. Ή ότι υπήρξαμε θύματα μιας κατάστασης ενώ στην πραγματικότητα ήμασταν εκείνοι που την προκαλούσαμε. Διαμορφώνουμε την εικόνα μας, για να μπορούμε ευκολότερα να αγαπάμε τον εαυτό μας. Φτιάχνουμε ένα περίβλημα, μια κρούστα άμυνας, για να προστατευτούμε από την αυτοκριτική μας. Γι’ αυτό μπορεί ακόμη και να ξεχνάμε κάτι, όχι γιατί ήταν ασήμαντο, αλλά επειδή παραήταν σημαντικό.
Οπως και να ‘χει, καθώς η σκόνη καταλαγιάζει και η σιωπή παίρνει τη θέση του ποδοβολητού, αρχίζω και αναρωτιέμαι αν θα γινόμουν πιο καλοδιάθετη χρησιμοποιώντας Fingerprint Reader.
Αστειεύομαι :p (Aλλωστε δεν δουλεύει με Firefox. Χ-α!)
Σχόλια κλειστά
Πατρίδα είναι οι αναμνήσεις που σε δένουν μ’ έναν τόπο. Και όχι ο ίδιος ο τόπος. Οπως και ο νόστος. Με αναμνήσεις έχει να κάνει. Θέλουμε να γυρίσουμε σε ανθρώπους, σε συνθήκες, σε μυρωδιές. Και το θέλουμε όχι απαραίτητα επειδή τότε ήταν ωραία, αλλά επειδή αυτά που περάσαμε είναι πια κομμάτι του εαυτού μας. Εκεί που ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας νιώθουμε σαν να γυρνάμε σπίτι. Και είναι ωραίο να γυρνάς στο σπίτι σου. Ειδικά όταν είσαι ταλαιπωρημένη από μια κουραστική μέρα.
Σχόλια κλειστά

Πλένω δυο φορές τα δόντια μου, κάνω γαργάρες με Λίστεριν.
Μετράω μέχρι το δέκα και μετά μέχρι το είκοσι.
Μετράω μέχρι το εκατό και βγαίνω.
Σχόλια κλειστά

Ηταν ένα ηφαίστειο σ’ ένα ψηλό βουνό.
Του άρεσε να κάνει μπουρμπουλήθρες
κόκκινες και να τις στέλνει στον ουρανό].
Οι μπουρμπουλήθρες έπιαναν σύννεφα κι
έβρεχαν τη βροχή κόκκινη].
Οταν είδε το ηφαίστειο τη βροχή να φοράει
το δικό του χρώμα, ένιωσε ΑΓΑΠΗ]
και της έδωσε το χυμό του που ήταν η φωτιά.
Κι όσο έπεφτε η βροχή, ερωτεύονταν πιο
πολύ].
Μια μέρα, η βροχή του ‘γραψε πάνω σε μια
μπουρμπουλήθρα]:
«Τελειώσαμε και δε σε αγαπάω πια».
Τότε το ηφαίστειο έσκασε από τη στενοχώρια
του κι άρχισε να βγάζει καυτά λουλούδια]
για να έρχεται η βροχή, να τα δροσίζει και να
μπορεί να τη βλέπει].
Σχόλια κλειστά
Σου το ‘χα πει: Δεν θέλω να χαθούμε μέσα σε καταστάσεις και φόβους, βοήθησέ με. Αλλά δεν γουστάρω να μου πουλάς ανέξοδα σχόλια δήθεν ως λόγια υποστήριξης. Πες μου τι γίνεται και θα σου πω τη γνώμη μου.
* Μαλάκες ιουδαϊστές. Νομίζουν ότι είναι τόσο έξυπνοι.
Σχόλια κλειστά
Σε μια πλατεία της Κοπεγχάγης, κάποιο χειμωνιάτικο μεσημέρι, ένας αμερικανός τουρίστας περπατούσε αμέριμνος απολαμβάνοντας τις ολιγοήμερες διακοπές του και τον χλομό ήλιο που μόλις είχε κάνει τη φευγαλέα εμφάνισή του. Κάποια στιγμή όμως η αμεριμνησία του πήγε περίπατο καθώς παρατήρησε έναν μικρό πιγκουίνο να έρχεται από πίσω του και να τον ακολουθεί όπου πήγαινε με το χαρακτηριστικό εκείνο κωμικό του βήμα. Μην μπορώντας να σκεφτεί κάτι καλύτερο, απευθύνθηκε στον πρώτο αστυνομικό που βρήκε να περιπολεί στην παγωμένη πλατεία.

Αυτός ο πιγκουίνος έρχεται όπου πηγαίνω. Mήπως μπορείτε να με συμβουλέψετε τι μπορώ να κάνω μαζί του; ρώτησε τον αστυνομικό ο Αμερικανός, ελπίζοντας πως ο άλλος θα καταλάβαινε τα αγγλικά του. Και ευτυχώς η απάντηση ήλθε γρήγορη από τον αστυνομικό: Να πάτε μαζί του ως τον Ζωολογικό Κήπο. Ακολουθήστε εκείνο τον μεγάλο δρόμο που ξεκινάει απ’ την άκρη της πλατείας.
Το παράξενο ζευγάρι απομακρύνθηκε γρήγορα, χωρίς δεύτερη κουβέντα, και ο αστυνομικός τούς είδε να χάνονται προς την κατεύθυνση του Κήπου.
Το απόγευμα, μόλις είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και τελείωνε η βάρδια του αστυνομικού στην πλατεία, βλέπει έκπληκτος το ίδιο ζευγάρι (Αμερικανός και πιγκουίνος) να περπατούν ήσυχοι στην πλατεία, ο ένας δίπλα στον άλλον. Και μάλιστα ο τουρίστας, κρατώντας ένα μεγάλο χωνί με ποπκόρν, τάιζε στοργικά τον καινούργιο του σύντροφο. Τότε ήταν που ο αστυνομικός έτρεξε προς τους δύο και, προτού φθάσει καλά καλά κοντά τους, έβαλε τις φωνές: Μα δεν είπα να τον πας στον Ζωολογικό Κήπο; Κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις; Και ο τουρίστας, ελαφρά έκπληκτος, αλλά χωρίς να πάψει να κοιτάζει στα μάτια τον καινούργιο φίλο του, απαντά: Ε, καλά, τον πήγα πριν και είδε τον Ζωολογικό Κήπο. Τώρα που νύχτωσε είπαμε να πάμε και σινεμά.
Παλιά, καλή ιστορία του Αλκη.
Σχόλια κλειστά